βάθυσμα

βάθυσμα [ᾰ], ατος, τό,
A deep place,

λίμνης Thphr.HP4.11.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βάθυσμα — βάθυσμα, το (Α) βαθύ μέρος, σημείο («βάθυσμα λίμνης») …   Dictionary of Greek

  • βάθυσμα — deep place neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βαθύσματα — βάθυσμα deep place neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιμοσφαιριόμετρο — Όργανο που χρησιμοποιείται για την αρίθμηση των έμμορφων στοιχείων του αίματος. Χρησιμοποιούνται διάφοροι τύποι α. Όλοι αποτελούνται βασικά από μία παχιά πλάκα που στο κέντρο της έχει ένα βάθυσμα 0,0001 μ. Ο πυθμένας του βαθύσματος διαιρείται σε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.